Scaife ATLAS
Back to dictionaries
LSJ
αὐτόστασις
αὐτοστατέω
αὐτόστατος
αὐτόστεγος
αὐτοστέριφος
αὐτόστοιχος
αὐτόστολος
αὐτόστονος
αὐτοστράτηγος
αὐτόστροφος
αὐτόστυλον
αὐτοσύμμετρος
αὐτοσυμφυής
αὐτοσύστατος
αὐτοσφαγής
αὐτοσχεδά
αὐτοσχεδές
αὐτοσχεδιάζω
αὐτοσχεδίασμα
αὐτοσχεδιασμός
αὐτοσχεδιαστής
View word page
αὐτόστυλον
αὐτό-στῡλον·
αὐτοσκεύαστον,
Hsch.
ShortDef
No short def.
Debugging
Headword:
αὐτόστυλον
Headword (normalized):
αὐτόστυλον
Headword (normalized/stripped):
αυτοστυλον
IDX:
17936
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-17937
Key:
Data
{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">αὐτό-στῡλον·</span> <span class="foreign greek">αὐτοσκεύαστον,</span> <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Hsch.</span> </span> </div><br><br>'}