Scaife ATLAS
Back to dictionaries
LSJ
αὐροσχάς
αὐροφόρητος
αὐσαῖς
αὐσαυτοῦ
αὔσιος
αὖσις
αὐσόν
Αὐσονία
αὖσος
αὐσταλέος
αὐστήρ
αὐστηρία
αὐστηρόπρακτος
αὐστηρός
αὐστηρότης
αὐτάγγελος
αὐτάγητος
αὐταγρεσία
αὐτάγρετος
αὐτάγρευτος
αὐτάδελφος
View word page
αὐστήρ
αὐστήρ·
μέτρου ὄνομα,
Hsch.
ShortDef
No short def.
Debugging
Headword:
αὐστήρ
Headword (normalized):
αὐστήρ
Headword (normalized/stripped):
αυστηρ
IDX:
17537
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-17538
Key:
Data
{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">αὐστήρ·</span> <span class="foreign greek">μέτρου ὄνομα,</span> <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Hsch.</span> </span> </div><br><br>'}