Scaife ATLAS
Back to dictionaries
LSJ
ἀστή
ἄστηθι
ἄστηλος
ἀστηνεῖ
ἄστηνος
ἀστήρ
ἀστήρει
ἀστηρίδιον
ἀστήρικτος
ᾄστης
ἀστιάγγας
ἄστριγγας
ἄστριγας
ἀστίαρχος
ἀστιβής
ἀστίβητος
ἀστιγής
ἀστικός
ἄστικτος
ἀστιλάζει
ἀστιξία
View word page
ἀστιάγγας
ἀστιάγγας·
τὰς ὑποφυλλίδας τῶν βοτρύων, οἱ δὲ ἀκτῖνος αὐγάς, ἔνιοι
ShortDef
No short def.
Debugging
Headword:
ἀστιάγγας
Headword (normalized):
ἀστιάγγας
Headword (normalized/stripped):
αστιαγγας
IDX:
16532
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-16533
Key:
Data
{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">ἀστιάγγας·</span> <span class="foreign greek">τὰς ὑποφυλλίδας τῶν βοτρύων, οἱ δὲ ἀκτῖνος αὐγάς, ἔνιοι</span> </div><br><br>'}