Scaife ATLAS
Back to dictionaries
LSJ
ἀβράβεσθαι
ἀβραμίδιον
ἀβραμίς
ἀβραμύας
ἄβραχος
ἄβρεκτος
ἀβρεμής
ἁβρίζομαι
ἀβριθής
ἄβρικτος
ἀβρινά
ἁβροβάτης
ἁβρόβιος
ἁβροβόστρυχος
ἁβρόγοος
ἁβρόδαις
ἁβροδίαιτα
ἁβροδίαιτος
ἁβροείμων
ἁβρόκαρπον
ἁβροκόμης
View word page
ἀβρινά
ἀβρινά·
κεκαθαρμένα,
Hsch.
ἀβριστήν·
μαστιγίαν,
Id.
ShortDef
No short def.
Debugging
Headword:
ἀβρινά
Headword (normalized):
ἀβρινά
Headword (normalized/stripped):
αβρινα
IDX:
163
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-164
Key:
Data
{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">ἀβρινά·</span> <span class="foreign greek">κεκαθαρμένα,</span> <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Hsch.</span> </span> <span class="orth greek">ἀβριστήν·</span> <span class="foreign greek">μαστιγίαν,</span> Id.</div><br><br>'}