Scaife ATLAS
Back to dictionaries
LSJ
ἀποσίμωσις
ἀποσιόομαι
ἀποσιτέω
ἀποσιτία
ἀποσιτίξομαι
ἀποσιτικός
ἀπόσιτος
ἀποσιωπάω
ἀποσιώπησις
ἀποσκάλλω
ἀποσκαμυνθίξειν
ἀποσκάπτω
ἀποσκαρίξω
ἀποσκεδάννυμι
ἀποσκελίσαι
ἀποσκέλλω
ἀποσκεπάξω
ἀποσκεπαρνισμός
ἀποσκεπτέον
ἀποσκέπτομαι
ἀποσκέπω
View word page
ἀποσκαμυνθίξειν
ἀποσκαμυνθίξειν
:
ἀπομυκτηρίξειν,
Hsch.
ShortDef
No short def.
Debugging
Headword:
ἀποσκαμυνθίξειν
Headword (normalized):
ἀποσκαμυνθίξειν
Headword (normalized/stripped):
αποσκαμυνθιξειν
IDX:
13687
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-13688
Key:
Data
{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">ἀποσκαμυνθίξειν</span>: <span class="foreign greek">ἀπομυκτηρίξειν,</span> <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Hsch.</span> </span> </div><br><br>'}