Scaife ATLAS
Back to dictionaries
LSJ
χρή1
χρῆ2
χρηέομαι
χρήεσσι
χρῄζω1
χρῄζω2
χρηΐα
χρηΐζω
χρηΐσκομαι
χρῆμα
χρηματαγωγός
χρηματίζω
χρηματικός
χρημάτισις
χρηματισμός
χρηματιστέον
χρηματιστήριον
χρηματιστής
χρηματιστικός
χρηματίτης
χρηματοδαίτης
View word page
χρηματαγωγός
χρημᾰτ-ᾰγωγός
,
ὁ
,
A).
money-carrier,
PHib.
1.110.52
, al. (iii B. C.).
ShortDef
money-carrier
Debugging
Headword:
χρηματαγωγός
Headword (normalized):
χρηματαγωγός
Headword (normalized/stripped):
χρηματαγωγος
IDX:
114615
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-114616
Key:
Data
{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">χρημᾰτ-ᾰγωγός</span>, <span class="gen greek">ὁ</span>, <div style="margin-top: 1.0em;" class="sense depth-1"> <span><strong>A).</strong></span> <span class="tr" style="font-weight: bold;">money-carrier,</span> <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">PHib.</span> 1.110.52 </span>, al. (iii B. C.).</div> </div><br><br>'}