Scaife ATLAS
Back to dictionaries
LSJ
ἀξιόθρηνος
ἀξιοθριάμβευτος
ἀξιοκαταφρόνητος
ἀξιοκοινώνητος
ἀξιόκτητος
ἀξιόληπτος
ἀξιόλογος
ἀξιομαθής
ἀξιομάθητος
ἀξιομακάριστος
ἀξιομανεῖς
ἀξιόμαχος
ἀξιομίμητος
ἀξιομισής
ἀξιομίσητος
ἀξιομνημόνευτος
ἀξιόμνηστος
ἀξιόμορφος
ἀξιόνικος
ἀξιοπενθής
ἀξιοπιστεύομαι
View word page
ἀξιομανεῖς
ἀξιο-μανεῖς·
δυνατώτεροι,
Hsch.
ShortDef
No short def.
Debugging
Headword:
ἀξιομανεῖς
Headword (normalized):
ἀξιομανεῖς
Headword (normalized/stripped):
αξιομανεις
IDX:
11040
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-11041
Key:
Data
{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">ἀξιο-μανεῖς·</span> <span class="foreign greek">δυνατώτεροι,</span> <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Hsch.</span> </span> </div><br><br>'}