Scaife ATLAS

Back to dictionaries

LSJ

ὑπογλαύσσω
ὑπόγλισχρος
ὑπογλουτίς
ὑπογλυκαίνω
ὑπόγλυκυς
ὑπογλώσσιος
ὑπογλωσσίς
ὑπόγλωσσον
ὑπόγλωσσος
ὑπογνάμπτω
ὑπόγνυθα
ὑπογογγύζω
ὑπογογγυστής
ὑπογόνιον
ὑπόγραμμα
ὑπογραμματεία
ὑπογραμματεύς
ὑπογραμματεύω
ὑπογραμμός
ὑπογραπτέον
ὑπογραφεύς
View word page
ὑπόγνυθα
ὑπόγνυθα· τὸ καθῆσθαι τὰς χεῖρας ἔχοντα ὑπὸ γνάθον, Hsch.


ShortDef

No short def.

Debugging

Headword:
ὑπόγνυθα
Headword (normalized):
ὑπόγνυθα
Headword (normalized/stripped):
υπογνυθα
IDX:
108190
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-108191
Key:

Data

{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">ὑπόγνυθα·</span> <span class="foreign greek">τὸ καθῆσθαι τὰς χεῖρας ἔχοντα ὑπὸ γνάθον,</span> <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Hsch.</span> </span> </div><br><br>'}