Scaife ATLAS

Back to dictionaries

LSJ

ὑπερβαρής
ὑπερβασία
ὑπέρβασις
ὑπερβατέον
ὑπερβατήριος
ὑπερβατικός
ὑπερβατόν
ὑπερβατός
ὑπερβεβλημένως
Ὑπερβερεταῖος
ὑπερβήῃ
ὑπερβιάζομαι
ὑπερβίαιος
ὑπερβιβάζω
ὑπερβίβασις
ὑπερβιβασμός
ὑπερβιβαστέον
ὑπερβιβαστήρ
ὑπερβίη
ὑπέρβιος
ὑπερβιόω
View word page
ὑπερβήῃ
ὑπερβήῃ,
A). v. ὑπερβαίνω A. 1.2 .


ShortDef

No short def.

Debugging

Headword:
ὑπερβήῃ
Headword (normalized):
ὑπερβήῃ
Headword (normalized/stripped):
υπερβηη
IDX:
107318
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-107319
Key:

Data

{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">ὑπερβήῃ</span>, <div style="margin-top: 1.0em;" class="sense depth-1"> <span><strong>A).</strong></span> v. <span class="ref greek">ὑπερβαίνω</span> <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">A.</span> 1.2 </span>.</div> </div><br><br>'}