Scaife ATLAS

Back to dictionaries

LSJ

ὑπεραττικός
ὑπεραυαίνω
ὑπεραυγάζω
ὑπεραυγέω
ὑπεραυγής
ὑπεραυθεντέω
ὑπεράϋλος
ὑπεραυξάνω
ὑπεραύξημα
ὑπεραύξησις
ὑπεραύστηρος
ὑπεραυχέω
ὑπεραυχής
ὑπέραυχος
ὑπεράφανος
ὑπεραφρίζω
ὑπεραχθής
ὑπεράχθομαι
ὑπερβάθμιος
ὑπερβαίνω
ὑπερβακχεύω
View word page
ὑπεραύστηρος
ὑπεραύστηρος, ον,
A). excessively severe, POxy. 471.93 (ii A. D.).


ShortDef

excessively severe

Debugging

Headword:
ὑπεραύστηρος
Headword (normalized):
ὑπεραύστηρος
Headword (normalized/stripped):
υπεραυστηρος
IDX:
107293
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-107294
Key:

Data

{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">ὑπεραύστηρος</span>, <span class="itype greek">ον</span>, <div style="margin-top: 1.0em;" class="sense depth-1"> <span><strong>A).</strong></span> <span class="tr" style="font-weight: bold;">excessively severe,</span> <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">POxy.</span> 471.93 </span> (ii A. D.).</div> </div><br><br>'}