Scaife ATLAS
Back to dictionaries
LSJ
ὑδατοπλήξ
ὑδατοποσία
ὑδατοποτέω
ὑδατοπότης
ὑδατοπωτέω
ὑδατόριζος
ὑδατόρρυτος
Ὑδατοσύδνη
ὑδατοτρεφής
ὑδατόχλοος
ὑδατόχλωρος
ὑδατόχολος
ὑδατόχροος
ὑδατόω
ὑδατώδης
ὑδατώλενος
ὑδείω
ὑδεραίνω
ὑδερίασις
ὑδεριάω
ὑδερικός
View word page
ὑδατόχλωρος
ὑδᾰτό-χλωρος
,
ον
,
A).
water-green,
Gal.
19.148
.
ShortDef
water-green
Debugging
Headword:
ὑδατόχλωρος
Headword (normalized):
ὑδατόχλωρος
Headword (normalized/stripped):
υδατοχλωρος
IDX:
106303
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-106304
Key:
Data
{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">ὑδᾰτό-χλωρος</span>, <span class="itype greek">ον</span>, <div style="margin-top: 1.0em;" class="sense depth-1"> <span><strong>A).</strong></span> <span class="tr" style="font-weight: bold;">water-green,</span> <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Gal.</span> 19.148 </span>.</div> </div><br><br>'}