Scaife ATLAS

Back to dictionaries

LSJ

τετράπους
τετραπρόσωπος
τετράπτερος
τετραπτερυλλίς
τετράπτιλος
τετράπτολις
τετράπτυχος
τετράπτωτος
τετράπυλον
τετραπυργία
τετραπώγων
τετραπωλία
τετράπωλον
τετράρουρος
τετράρραβδος
τετράρριζος
τετράρρινος
τετράρρυθμος
τετράρρυμος
τετραρχέω
τετράρχης
View word page
τετραπώγων
τετρα-πώγων, ωνος, , a plant,
A). = τραγοπώγων , Ps.- Dsc. 2.143 .


ShortDef

No short def.

Debugging

Headword:
τετραπώγων
Headword (normalized):
τετραπώγων
Headword (normalized/stripped):
τετραπωγων
IDX:
103504
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-103505
Key:

Data

{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">τετρα-πώγων</span>, <span class="itype greek">ωνος</span>, <span class="gen greek">ὁ</span>, a plant, <div style="margin-top: 1.0em;" class="sense depth-1"> <span><strong>A).</strong></span> = <span class="ref greek">τραγοπώγων</span> , Ps.-<span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Dsc.</span> 2.143 </span>.</div> </div><br><br>'}