Scaife ATLAS

Back to dictionaries

LSJ

σύνοικος
συνοικουρέω
συνοικουρία
συνοίκουρος
συνοικτίζω
συνοίμιος
συνοιμώζω
συνοίομαι
συνοίσειν
συνοιστός
συνοίσω
συνοίχομαι
συνοκλάζω
συνόκτω
συνοκωχή
συνοκωχότε
συνολισθάνω
συνολκή
συνολκόομαι
σύνολκος
συνόλλυμι
View word page
συνοίσω
συνοίσω,
A). v. συμφέρω, συνοίσειν .


ShortDef

No short def.

Debugging

Headword:
συνοίσω
Headword (normalized):
συνοίσω
Headword (normalized/stripped):
συνοισω
IDX:
100799
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-100800
Key:

Data

{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">συνοίσω</span>, <div style="margin-top: 1.0em;" class="sense depth-1"> <span><strong>A).</strong></span> v. <span class="ref greek">συμφέρω, συνοίσειν</span> .</div> </div><br><br>'}