Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Cambridge Greek Lexicon
ἀπερίσπαστος
ἀπερίστατος
ἀπερίτμητος
ἀπερίτροπος
ἀπέρξα
ἀπέρρω
ἀπερυθριάω
ἀπερῡ́κω
ἀπερύω
ἀπέρχομαι
ἀπερῶ
ἀπερωεύς
ἀπερωέω
ἀπερωπός
ἀπέσβην
ἀπεσθίω
ἀπεσσεῖται
ἀπεσσεύοντο
ἀπέστην
ἀπέστιχον
ἀπεστώ
View word page
ἀπερῶ
ἀπερῶ
fut.
ἀπερέω
Ion.fut.
see
ἀπείρω
ShortDef
No short def.
Debugging
Headword:
ἀπερῶ
Headword (normalized):
ἀπερῶ
Headword (normalized/stripped):
απερω
IDX:
6701
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:cambridge-greek-lexicon-6702
Key:
ἀπερῶ
Data
{'headword_display': '<b>ἀπερῶ</b>', 'content': '<XE> <RefFm>ἀπερῶ<LblR>fut.</LblR></RefFm><RefFm>ἀπερέω<LblR>Ion.fut.</LblR></RefFm><XR>see<Ref>ἀπείρω</Ref></XR> </XE>', 'key': 'ἀπερῶ'}