συναγορέω
συναγορέω, συνᾰγορ-άγορος, Dor. for συνηγορέω, -ήγορος (qq. v.).
{ "headword": "συναγορέω", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n99032", "citations": [], "senses": [], "key": "suna_gore/w", "type": "main" }