συμμαρτύρομαι
συμμαρτύρομαι [ῡ], Med., = συμμαρτυρέω, v.l. in Apoc. 22.18.
{ "headword": "συμμαρτύρομαι", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n98348", "citations": [], "senses": [], "key": "summartu/romai", "type": "main" }