συκομορέα
συκομορέα or σῡκομορ-αία, ἡ, = συκόμορος, Ev.Luc. 19.4.
{ "headword": "συκομορέα", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n98111", "citations": [], "senses": [], "key": "su_komore/a", "type": "main" }