συκιδαφόρος
συκιδαφόρος ἐνίοτε ὁ συκοφάντης· ποτὲ δὲ ὁ συκόπρωκτος, Hsch.
{ "headword": "συκιδαφόρος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n98098", "citations": [], "senses": [], "key": "sukidafo/ros", "type": "gloss" }