συκαλόβον
συκαλόβον ῥάβδον ποιμενικήν ( Mysian), Hsch. s.v. καράμβας. συκαμήδωρος· μωρός, Id.
{ "headword": "συκαλόβον", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n98081", "citations": [], "senses": [], "key": "sukalo/bon", "type": "gloss" }