συγκλείω
συγκλείω, fut. -κλείσω: Ion. συγ-κληΐω, fut -κληΐσω: old Att. ξυγκλήω, fut. -κλῄσω: Ep. aor. συνεκλήϊσσα Nonn. D. 48.309:— Pass., aor. συνεκλείσθην, old Att. ξυνεκλῄσθην: pf. συγκέκλειμαι Isoc. 15.68, but -εισμαι Men. 670, D.S. 15.63, v.l. in E. Hec. 487; old Att. ξυνκέκλῃμαι, Ion. συγκεκλήιμαι (v. infr.):—