συγκεράννυμι
συγκεράννυμι or συγκεραννύω, poet. συγκεράω Nic. Al. 321:— Pass., fut. συγκρᾱθήσομαι E. Ion 406: aor. 1 συνεκράθην [ᾱ], Ion. -εκρήθην Hp. Vict. 1.32; also -εκεράσθην Pl. Lg. 889c: pf. συγκέκρᾱμαι (v. infr.): —