συγκαταναγκάζω
συγκαταναγκάζω, v.l. for συναναγκάζω, Hp. Art. 71.
{ "headword": "συγκαταναγκάζω", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n97680", "citations": [], "senses": [], "key": "sugkata^nagka/zw", "type": "main" }