συγκαταγωγή
συγκαταγωγή, ἡ, f.l. for οὖν κ., Ph. Bel. 74.50.
{ "headword": "συγκαταγωγή", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n97625", "citations": [], "senses": [], "key": "sugkata^gwgh/", "type": "main" }