συγγνωμοσύνη
συγγνωμοσύνη, ἡ, = συγγνώμη, θέσθαι σ. S. Tr. 1265 (anap.).
{ "headword": "συγγνωμοσύνη", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n97531", "citations": [], "senses": [], "key": "suggnwmosu/nh", "type": "main" }