συβροί
συβροί ἰσχνοί, λαγαροί, τάφροι (i.e. ταῦροι?), Hsch.: also σύβρα· ἐπὶ βοῶν, σημαίνει δὲ τὰ πρὸς ῥυπαρόν τι ἐχούσας, Id.: σύ[μ]βρος· κάπρος, Id.
{ "headword": "συβροί", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n97486", "citations": [], "senses": [], "key": "subroi/", "type": "gloss" }