σύαγχος
σύαγχος [ ῠ]· ῥίζα, ἐν ᾗ οἱ σῦς θηρεύονται, Hsch. συαγών, v. σιαγών.
{ "headword": "σύαγχος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n97465", "citations": [], "senses": [], "key": "su/agxos", "type": "main" }