στωνευμέναν
στωνευμέναν διαστρέφουσαν συντόνως, Hsch.
{ "headword": "στωνευμέναν", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n97455", "citations": [], "senses": [], "key": "stwneume/nan", "type": "gloss" }