στωμυλήθρα
στωμυλήθρα, ἡ, = στωμυλία, Numen. ap. Eus. PE 14.7; στωμυλλήθρα, Phryn. PS p.5B.
{ "headword": "στωμυλήθρα", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n97448", "citations": [], "senses": [], "key": "stwmu^lh/qra", "type": "main" }