στυφωνία
στυφωνία, ἡ, = στοιχάς, Ps.- Dsc. 3.26; but τυφωνία is prob., v. Apul. Herb. 42.
{ "headword": "στυφωνία", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n97437", "citations": [], "senses": [], "key": "stufwni/a", "type": "main" }