στυφαλμεῖν
στυφαλμεῖν σκυβαλίζειν, Hsch. στυφᾶν· βροντᾶν, Id. στυφεδανός, ὁ, v. τυφεδανός.
{ "headword": "στυφαλμεῖν", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n97423", "citations": [], "senses": [], "key": "stufalmei=n", "type": "gloss" }