στρέφωσις
στρέφωσις κάλυψις ἀγγείων δέρματι γινομένη, Hsch. (cf. στέρφος).
{ "headword": "στρέφωσις", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n97187", "citations": [], "senses": [], "key": "stre/fwsis", "type": "gloss" }