στρέφος
στρέφος στρέμμα, δέρμα, βύρσα, Δωριεῖς, Hsch. (cf. στέρφος, στρέφωσις).
{ "headword": "στρέφος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n97185", "citations": [], "senses": [], "key": "stre/fos", "type": "gloss" }