στράταρχος
στράταρχος, ὁ, = στρατάρχης, Pi. P. 6.31, I. 5(4).40.
{ "headword": "στράταρχος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n97100", "citations": [], "senses": [], "key": "stra^/tarxos", "type": "main" }