στεινόπορος
στεινόπορος, στεινός, στεινότης, Ion. for στεν-.
{ "headword": "στεινόπορος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n96411", "citations": [], "senses": [], "key": "steino/poros", "type": "main" }