στέθματα
στέθματα τὰ στέμματα, Hsch.; cf. στέφω.
{ "headword": "στέθματα", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n96406", "citations": [], "senses": [], "key": "ste/qmata", "type": "gloss" }