σταλεηδόνες
σταλεηδόνες σταλαγμοί, Hsch. στάλη· ταμεῖον κτηνῶν, Id. σταλίζομαι· ἐπὶ τῆς στήλης τρόπον ἕστηκας (sic), Id.
{ "headword": "σταλεηδόνες", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n96228", "citations": [], "senses": [], "key": "stalehdo/nes", "type": "gloss" }