σταλακτός
σταλακτός, ή, όν, = foreg. [σταλακτικός], Dsc. 5.98.
{ "headword": "σταλακτός", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n96225", "citations": [], "senses": [], "key": "sta^lakto/s", "type": "main" }