σταιρόν
σταιρόν ξηρόν, θερμόν, ἄκρατον, Hsch. (cf. σταγρόν, σταθερός).
{ "headword": "σταιρόν", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n96202", "citations": [], "senses": [], "key": "stairo/n", "type": "gloss" }