σταδιαδρομέω
σταδιαδρομέω, στᾰδια-δρόμος, v. σταδιοδρόμος.
{ "headword": "σταδιαδρομέω", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n96150", "citations": [], "senses": [], "key": "sta^dia_drome/w", "type": "main" }