σπάρνιοι
σπάρνιοι ἐνθαλάττιοι πέτραι, Hsch. σπαρνοπόλιος, v. σπαρτοπόλιος.
{ "headword": "σπάρνιοι", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n95763", "citations": [], "senses": [], "key": "spa/rnioi", "type": "gloss" }