σπαθαρίσκος
σπαθαρίσκος, ὁ, = σπαθαρικόν, Al. Ge. 38.14 (s.v.l.).
{ "headword": "σπαθαρίσκος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n95682", "citations": [], "senses": [], "key": "spa^qa^ri/skos", "type": "main" }