σμυδρός
σμυδρός διάπυρος σίδηρος, Hsch. (i.e. = μύδρος). σμυκτήρ· ὁ μυκτήρ, Id.
{ "headword": "σμυδρός", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n95533", "citations": [], "senses": [], "key": "smudro/s", "type": "gloss" }