σμίνθουροι
σμίνθουροι τὰ<ς> οὐρὰς οἱ σαίνοντες, Hsch. σμίντα· παλίουρος, Id.
{ "headword": "σμίνθουροι", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n95524", "citations": [], "senses": [], "key": "smi/nqouroi", "type": "gloss" }