σμιλακτεῖ
σμιλακτεῖ φωνὴν ἀποτελεῖ, Hsch.; cf. σμηλακεῖ.
{ "headword": "σμιλακτεῖ", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n95509", "citations": [], "senses": [], "key": "smilaktei=", "type": "gloss" }