σμικρός
σμικρός, σμῑκρότης, σμῑκρόφθαλμος, v. μικρός, μικρότης, μικρόφθαλμος.
{ "headword": "σμικρός", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n95505", "citations": [], "senses": [], "key": "smi_kro/s", "type": "main" }