σμῆλαι
σμῆλαι ῥίψαι, Hsch. (fort. ἐνιῆλαι). σμηλακεῖ· φωνεῖ, Id.; cf. σμιλακτεῖ. σμηλίον, v. σμιλίον.
{ "headword": "σμῆλαι", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n95477", "citations": [], "senses": [], "key": "smh=lai", "type": "gloss" }