σμάρδικον
σμάρδικον στρουθίον, and σμαρδικοπῶλαι· οἱ τοὺς στρουθοὺς πωλοῦντες, Hsch.
{ "headword": "σμάρδικον", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n95462", "citations": [], "senses": [], "key": "sma/rdikon", "type": "gloss" }