σκύπφειος
σκύπφειος, σκύπφος, v. σκύφειος, σκύφος.
{ "headword": "σκύπφειος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n95337", "citations": [], "senses": [], "key": "sku/pfeios", "type": "main" }