σκορπιοκτόνον
σκορπιοκτόνον, τό, = ἡλιοτρόπιον τὸ μέγα, Ps.- Dsc. 4.190 p.338 Wellm.
{ "headword": "σκορπιοκτόνον", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n95165", "citations": [], "senses": [], "key": "skorpiokto/non", "type": "main" }