σκόρθοι
σκόρθοι τόρνοι σκορωβροί, Hsch. σκόρνος· κόρνος, μυρσίνη τὸ φυτόν, Id. σκορόβυλος· κάνθαρος, Id.
{ "headword": "σκόρθοι", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n95137", "citations": [], "senses": [], "key": "sko/rqoi", "type": "gloss" }